Το επόμενο βήμα ήταν να ζητήσουν χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, όπως έκαναν πάντα πριν λάβουν σοβαρές αποφάσεις. Η απάντηση ήταν πως «… ο παντεπόπτης Ζευς δίνει την άδεια στην Τριτιγενή να μείνει απόρθητο μόνο το ξύλινο τείχος που θα προστατέψει εσένα και τα παιδιά σου …» και κατέληγε σε κάτι ακόμα πιο ασαφές: «Ω θεία Σαλαμίς, πολλά παλληκάρια εσύ θα φας, είτε όταν σπέρνεται το σιτάρι είτε όταν θερίζεται».
Ο χρησμός αυτός δυσκόλευε πολύ τον Θεμιστοκλή, ο οποίος είχε καταστρώσει ένα σχέδιο εκκένωσης της πόλης, ώστε, όταν θα έφταναν οι Πέρσες, δεν θα έβρισκαν κανέναν να σκοτώσουν. Γνώριζε ότι η δύναμη της Αθήνας ήταν ο στόλος της, κι έτσι σχεδίαζε να επανδρώσει τα καράβια με τους μάχιμους και να μεταφέρει τους αμάχους στα νησιά, και κυρίως στη Σαλαμίνα, ένα μικρό νησί στη ΝΔ πλευρά της Αττικής.
Ο χρησμός αυτός δυσκόλευε πολύ τον Θεμιστοκλή, ο οποίος είχε καταστρώσει ένα σχέδιο εκκένωσης της πόλης, ώστε, όταν θα έφταναν οι Πέρσες, δεν θα έβρισκαν κανέναν να σκοτώσουν. Γνώριζε ότι η δύναμη της Αθήνας ήταν ο στόλος της, κι έτσι σχεδίαζε να επανδρώσει τα καράβια με τους μάχιμους και να μεταφέρει τους αμάχους στα νησιά, και κυρίως στη Σαλαμίνα, ένα μικρό νησί στη ΝΔ πλευρά της Αττικής.
Οι προληπτικοί Αθηναίοι, όμως, δεν θα τολμούσαν να αγνοήσουν τον χρησμό της Πυθίας των Δελφών, κι εκείνη είχε πει πως αυτό που θα τους σώσει είναι ένα ξύλινο τείχος. Θα οχυρώνονταν λοιπόν πίσω από τα ξύλινα τείχη της Ακρόπολης, με την ελπίδα πως οι θεοί θα τους προστάτευαν. Ο ορθολογιστής και φιλόδοξος Θεμιστοκλής γνώριζε πως αυτό θα ήταν καταστροφή, αλλά πώς να εφαρμόσει το αντιδημοφιλές του σχέδιο και μάλιστα αμέσως;
Φανταστείτε τον να εισβάλει έξαλλος στην αγορά και να ξεσπάει:
«Ω ανόητοι Αθηναίοι, αμόρφωτοι και αδαείς, που βασίζετε τη σωτηρία σας σε μία μπούρδα που ξεστόμισε μία μαστουρωμένη, παλαβή ιέρεια! Πόσο ηλίθιοι είσαστε που δεν κατανοείτε πως οι χρησμοί είναι παραμύθια και πόσο δειλοί που αρνείστε την πραγματικότητα, αφήνοντας τον καθένα να εκμεταλλεύεται τις δεισιδαιμονίες σας! Παρατήστε, λοιπόν, τις χαζομάρες και μπείτε τώρα στα καράβια να σωθείτε εσείς και οι οικογένειές σας». Ύστερα, φανταστείτε τον να αναλύει με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να εμπιστευτούν τα καράβια. Αράδιασε νούμερα, διαστάσεις, την ένταση των ανέμων, τις συντεταγμένες … μέχρι που είδε πως το ακροατήριό του είχε εξαφανιστεί. Τι είχε συμβεί;
Οι ήδη τρομοκρατημένοι Αθηναίοι, τώρα είχαν πανικοβληθεί, πιστεύοντας πως η ασέβεια που επέδειξε ο στρατηγός θα είχε κάνει τους θεούς έξαλλους. Προσβεβλημένοι και σε κατάσταση απόλυτης σύγχυσης εγκατέλειψαν τον ασεβή στρατηγό και ταμπουρώθηκαν πίσω τα τείχη της Ακρόπολης. Λίγες μέρες μετά, ο βασιλιάς των Περσών Ξέρξης, εισέβαλε στην Αθήνα, έριξε τα τείχη και τους κατέσφαξε. Η Αθήνα πρώτα και ύστερα όλες οι ελληνικές πόλεις έγιναν επαρχίες της περσικής αυτοκρατορίας.
Έτσι θα είχε εξελιχθεί η ιστορία, αν ο Θεμιστοκλής ήταν ένας άκαμπτος ορθολογιστής που απαιτεί όλοι οι άλλοι να προσαρμόζονται στο δικό του ευφυές σκεπτικό. Για καλή μας τύχη, ο Θεμιστοκλής ήταν ικανός πολιτικός και γνώριζε πως αν ήθελε να σώσει την πόλη και τους κατοίκους της, τότε έπρεπε να είναι όλοι ενωμένοι, να νιώθουν δυνατοί, να αισθάνονται ότι υπηρετούν έναν στόχο που αξίζει τον κόπο. Έκανε έκκληση στο συναίσθημά τους, όχι για να τους εκμεταλλευτεί, αλλά για να τους πείσει να ακολουθήσουν τον δρόμο προς τη σωτηρία, όχι μόνο τη δική τους, αλλά και των επόμενων γενεών. Στην πραγματικότητα τους μίλησε κάπως έτσι:
«Αγαπητοί μου συμπολίτες, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε, διότι είναι φανερό πως οι θεοί είναι με το μέρος μας. Πρώτον, το ότι ο ιερός όφις εγκατέλειψε τον ναό, είναι σημάδι πως η θεά εγκατέλειψε την πόλη, όπως πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Μας λέει καθαρά πως πρέπει να καταφύγουμε στη θάλασσα. Δεύτερον, είναι ολοφάνερο πως το ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο, όπως λέει ο χρησμός, δεν μπορεί να είναι αυτός ο φράχτης της Ακρόπολης, όχι μόνο διότι η θεά εγκατέλειψε τον τόπο, αλλά επειδή ο χρησμός στη συνέχεια αποκαλεί τη Σαλαμίνα «θεία». Εκεί λοιπόν θα έχουμε τη θεϊκή προστασία και εκεί πολλά παλικάρια θα «φαγωθούν» και θα είναι Πέρσες. Τα πλοία μας είναι τα ξύλινα τείχη μας!»
Μόνο πεντακόσια άτομα δεν πείστηκαν και έμειναν στην Ακρόπολη
Φανταστείτε τον να εισβάλει έξαλλος στην αγορά και να ξεσπάει:
«Ω ανόητοι Αθηναίοι, αμόρφωτοι και αδαείς, που βασίζετε τη σωτηρία σας σε μία μπούρδα που ξεστόμισε μία μαστουρωμένη, παλαβή ιέρεια! Πόσο ηλίθιοι είσαστε που δεν κατανοείτε πως οι χρησμοί είναι παραμύθια και πόσο δειλοί που αρνείστε την πραγματικότητα, αφήνοντας τον καθένα να εκμεταλλεύεται τις δεισιδαιμονίες σας! Παρατήστε, λοιπόν, τις χαζομάρες και μπείτε τώρα στα καράβια να σωθείτε εσείς και οι οικογένειές σας». Ύστερα, φανταστείτε τον να αναλύει με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να εμπιστευτούν τα καράβια. Αράδιασε νούμερα, διαστάσεις, την ένταση των ανέμων, τις συντεταγμένες … μέχρι που είδε πως το ακροατήριό του είχε εξαφανιστεί. Τι είχε συμβεί;
Οι ήδη τρομοκρατημένοι Αθηναίοι, τώρα είχαν πανικοβληθεί, πιστεύοντας πως η ασέβεια που επέδειξε ο στρατηγός θα είχε κάνει τους θεούς έξαλλους. Προσβεβλημένοι και σε κατάσταση απόλυτης σύγχυσης εγκατέλειψαν τον ασεβή στρατηγό και ταμπουρώθηκαν πίσω τα τείχη της Ακρόπολης. Λίγες μέρες μετά, ο βασιλιάς των Περσών Ξέρξης, εισέβαλε στην Αθήνα, έριξε τα τείχη και τους κατέσφαξε. Η Αθήνα πρώτα και ύστερα όλες οι ελληνικές πόλεις έγιναν επαρχίες της περσικής αυτοκρατορίας.
Έτσι θα είχε εξελιχθεί η ιστορία, αν ο Θεμιστοκλής ήταν ένας άκαμπτος ορθολογιστής που απαιτεί όλοι οι άλλοι να προσαρμόζονται στο δικό του ευφυές σκεπτικό. Για καλή μας τύχη, ο Θεμιστοκλής ήταν ικανός πολιτικός και γνώριζε πως αν ήθελε να σώσει την πόλη και τους κατοίκους της, τότε έπρεπε να είναι όλοι ενωμένοι, να νιώθουν δυνατοί, να αισθάνονται ότι υπηρετούν έναν στόχο που αξίζει τον κόπο. Έκανε έκκληση στο συναίσθημά τους, όχι για να τους εκμεταλλευτεί, αλλά για να τους πείσει να ακολουθήσουν τον δρόμο προς τη σωτηρία, όχι μόνο τη δική τους, αλλά και των επόμενων γενεών. Στην πραγματικότητα τους μίλησε κάπως έτσι:
«Αγαπητοί μου συμπολίτες, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε, διότι είναι φανερό πως οι θεοί είναι με το μέρος μας. Πρώτον, το ότι ο ιερός όφις εγκατέλειψε τον ναό, είναι σημάδι πως η θεά εγκατέλειψε την πόλη, όπως πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Μας λέει καθαρά πως πρέπει να καταφύγουμε στη θάλασσα. Δεύτερον, είναι ολοφάνερο πως το ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο, όπως λέει ο χρησμός, δεν μπορεί να είναι αυτός ο φράχτης της Ακρόπολης, όχι μόνο διότι η θεά εγκατέλειψε τον τόπο, αλλά επειδή ο χρησμός στη συνέχεια αποκαλεί τη Σαλαμίνα «θεία». Εκεί λοιπόν θα έχουμε τη θεϊκή προστασία και εκεί πολλά παλικάρια θα «φαγωθούν» και θα είναι Πέρσες. Τα πλοία μας είναι τα ξύλινα τείχη μας!»
Μόνο πεντακόσια άτομα δεν πείστηκαν και έμειναν στην Ακρόπολη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου